2018/11/22

ΤΑΕ

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / από το πάνω κάτω / το πέρα δώθε / 18 σκαλιά και 18 και 18 και άλλα 15 μέσα / και μισό να μετρήσω και της σκάλας την σιδερένια / 7 / και 3 η μικρή

έπεσα από την σκάλα / πρώτη φορά στα πενήντα μέχρι τώρα τα χρόνια / με το που σκέφτηκα πως βγήκες στο μπαλκόνι και φώναξες (θα πέσεις / πρόσεχε) / γλίστρησα και έπεσα / μια γιούκα κλάδευα / μέσα στη γιούκα γδάρθηκα / που ΤΟ γιούκα λέγεται μα τόσα χρόνια Η γιούκα την φωνάζω

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / μπύρα να πιώ / στο τελευταίο σαμπάνιας ποτήρι που άφησα / και μηλόπιτα της νίκης / με κουταλάκι από το σερβίτσιο το καλό
στο σαλόνι κάθομαι / που γωνιά γραφείο γίνεται / και ρίχνω κλεφτές ματιές στο δέντρο το χριστουγεννιάτικο / δεν το λες και χριστουγεννιάτικο ακριβώς / ε και; / ας το λέμε πέρασμα

μελωδία και μπεστ εφ εμ στο εναλλάξ
και στο σπίτι δουλειά δουλειά σπίτι άουρ φόρτρες ιζ μπέρνιν και μείζων δε τούτων η αγάπη στο εναλλάξ

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
είναι που έρχεται μπροστά αυτή η πρώτη του μηνός / του μήνα του εορταστικού / του δύο του χίλια του δέκα και οκτώ / του ορόσημού μου / και του στοιχήματός μου / δύο ακριβώς / 2 / σαν δύο μήνες πριν / σαν δύο μέρες πριν / σαν δύο ώρες στο πουθενά / δύο τα χρόνια ακριβώς

τράκαρα / πρώτη φορά στα πενήντα μέχρι τώρα χρόνια αυτά / λίγες μέρες μετά από εκείνη την πρώτη του μηνός / του εορταστικού / δύο ακριβώς στο πριν
στα λάδια γλίστρησα / του δίπλα ατυχήματος / που μετά εκείνη την στροφή ξαφνικά εμφανιστήκανε μπροστά μου / και εκείνα τα δεύτερα του κάθε δευτερολέπτου που χλωμιαστικά μια πέρα μια δώθε το τιμόνι προσπαθούσα να ισιώσω να μην πέσω στον γκρεμό / η μόνη σκέψη που πέρασε από τα μυαλά μου πως δεν υπάρχει πλέον κανένας και τίποτα και το παραμικρό να εξαρτιέται από την ύπαρξή μου / αν να φύγω τώρα είναι

μα δεν θυμάμαι αν αυτό το είναι το ψιθύρισε κάποιο μυαλό / ή φώναξα έντονα το να

καλά είμαι / μην ανησυχείς / εξαντλημένος / μα καλά / αυτά τα δύο / 2 / χρόνια
το παραμικρό δεν έπαθα / σε αμάξι δίπλα τράκαρα και στο δέντρο χωρίς κλαδιά σταμάτησα / δεύτερα δευτερολέπτου πριν τον γκρεμό

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
το κατέβασα το δέντρο / από την ταράτσα / μήνες το σκεφτόμουνα πως θα τα καταφέρω φέτος / και τα κατάφερα / είκοσι και πέντε χρόνια μετά / το κατέβασα το δέντρο το χριστουγεννιάτικο αυτό που δεν το λες και χριστουγεννιάτικο ακριβώς / ας το λέμε πέρασμα / 25 μετά / στην ίδια θέση / τόσο ίδια τόσο διαφορετικά

δεν θυμάμαι να έχω κλάψει τόσο έντονα στα πενήντα μέχρι τώρα χρόνια αυτά / με το που το ακούμπησα στο τραπέζι / στην ίδια θέση / είκοσι και πέντε μετά / 25 / αφαιρώντας τα νάυλον / τα τόσο προσεκτικά δεμένα / και απλώνοντας τα κλαδιά
δεν θυμάμαι να έχω κλάψει τόσο έντονα στα πενήντα μέχρι τώρα χρόνια αυτά
τόσο στενάχωρα / τόσο λυτρωτικά / τόσο δυνατά

ίσως κάπου εκεί το 94 / σε μια άδεια από το στρατό / που ήρθες στο γραφείο μου /
που γίνεται το πιο πολύχρωμο το πιο εκρηκτικό το πιο χαοτικό / πέρασμα και αυτό
και άρχισες να μου μιλάς για τον τάκη / χαμογελώντας / για το πώς έπεσε / πώς φύγατε / πώς σας το είπανε / και σε ρωτούσα λεπτομέρειες / να ενώσω τα κομμάτια που μου λείπανε / για το πώς έπεσε / πώς πήγατε / πώς σας το είπανε / γιατί δεν με πήρατε εσείς τηλέφωνο στο στρατόπεδο / σαν νοέμβριο παρουσιάστηκα / αυτές τις μέρες / είκοσι και πέντε πριν / 25

έπινα ουίσκι με κόκα κόλα / και το έκρυψα το μπουκάλι στο χτύπημα της πόρτας / το είχα κρατήσει το μπουκάλι / και στην ίδια θέση αφέθηκε / το είχα άδειασα όλο / εκείνο το βράδυ /
και έκλαψα τόσο έντονα και δυνατά σαν έκλεισες την πόρτα / μετά εκείνη την τόσο έντονα ασφυκτικά αγκαλιά που συνειδητά και υποσυνείδητα και ασυνείδητα με σκέπασες με μια βαριά σκιά ενός γράμματος / Τ

τόσο βαριά όσο βαριά γλίστρησες από την αγκαλιά μου / εκείνη την πρώτη του μηνός / του μήνα του εορταστικού / στις οκτώ και μηδέν και ένα ακριβώς

που από την καρέκλα σηκώθηκες / και απλά με σκούντηξες στην πλάτη / με κοίταξες με αυτό το βλέμμα / που ποτέ δεν θα το ξεμπερδέψω / σε ευχαριστώ για όλα άσε με να φύγω όρθια ή βοήθησε με να μείνω / μου ψιθύρισες; / και τα δύο μαζί;
απαλά με σκούντηξες / που έκοβα το μπιφτέκι σκλαβενίτης για το μεσημέρι
και γλίστρησες στην αγκαλιά μου / γλίστρησες / χύθηκες / βάρυνες / αφέθηκες / και προσπαθούσα να σε ακουμπήσω στην καρέκλα / και μου γλιστρούσες / μου γλιστρούσες / και με έγδερνε η καρέκλα / στα χέρια / στα πόδια / στις μασχάλες / στα μυαλά / στις ψυχές / και γλίστρησες / σε αυτήν την καρέκλα / και μέχρι να έρθει το εκατό και εξήντα και έξι / 166 / που πέντε φορές / 5 / κάλεσα / (ψυχραιμία κύριε) / (μα δεν καίγεται φαγητό στο φούρνο / άνθρωπος πεθαίνει στα χέρια μου / τι να κάνω; / βοηθήστε με) να μου επιβεβαιώσει αυτό που από το πρώτο σκούντημα φοβήθηκα / με έγδερνε η καρέκλα / και αυτό το βλέμμα / το τόσο γλυκό και γαλήνιο

την ακούμπησα στον καναπέ την καρέκλα / αυτή την ίδια την μπιπ καρέκλα / που βάρυνε και ο μπαμπάς / μετά το φαγητό / τόσο λίγο πριν από σένα / που με πήρες δέκα και δύο / 12 / τηλέφωνα στο κινητό / δώδεκα και πενήντα και τέσσερα ακριβώς / 12:54 / και ούρλιαζες (ο άγγελος λιποθύμησε / δεν ξυπνάει / τι να κάνω; / βοήθησέ με) / και μία ώρα δρόμος από τη δουλειά σε δέκα και πέντε λεπτά / 15 / να αφουγκραστώ τις τελευταίες αναπνοές και αυτό που από το πρώτο τηλεφώνημα φοβήθηκα

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις

χορεύω / με το ράδιο στο δωμάτιο / μπεστ εφ εμ και μελωδία στο εναλλάξ / στο γραφείο του δημοτικού / σαν σαράντα και κάτι πριν / με το πικ απ / μπόνει εμ και ραφαέλα καρά

τον κατέβασα κάτω τον καναπέ / στην αυλή / να τον κάνω καθιστικό / μπορεί και γλάστρα / κάτω στην αυλή / μα τον ανέβασα και πάλι πάνω / πιο πάνω / στο μπαλκόνι / απέναντι από το δωμάτιο του τάκη / στην κενή από το κρεβάτι θέση / που είχα κατεβάσει να κοιμάται ο μπαμπάς / στην κενή από τον καναπέ θέση / σε αυτή τη θέση που και οι δυο περιμένατε με μάτια κλειστά ώρες να έρθουν να σας πάρουν

τον γέμισα παχύφυτα τον καναπέ / μισή αυλή παχύφυτα / στα δεκαοκτώ / 18 / και δεκαοκτώ / 18 / ή/και στα δεκαπέντε / 15 / τα σκαλιά / και το καράβι που πάει θάλασσα κάρφωσα

στην ακράτα τις κατέβασα τις πολυθρόνες / με τον κυρ ηλία / που του γελούσες κάθε φορά που σε χαιρετούσε (κυρ ελένηηηη) όταν ερχόταν σπίτι να φτιάξει και μία και δύο και τρεις και τέσσερις και πέντε και έξι τα πόμολα που έσπαγες
τις γέμισα χώμα / τις πολυθρόνες / (εδώ θα τις αφήσεις; θα χαλάσουν θα βρωμίσουν) / (ε και;) / και άφησα αθάνατους / που προορισμό ένα άνθος έχουν / και πεθαίνουν όταν το άνθος δημιουργήσουν το αξεπέραστο / να ξαναγεννηθούν μέσω αυτού / που ξεραίνεται και σκορπίζεται

βγήκε και η γίτσα στο μπαλκόνι και φώναξε (επιτέλους ήρθες / τόσα χρόνια κλειστό / ρημάζει το σπίτι / τόσο ωραίες πολυθρόνες και τις χαλάς;) / (τις φτιάχνω) χαμογέλασα
της άφησα ασπροσέντονα / και καρέκλες / και μερικά σεμέν / να ρίχνει και καμιά ματιά στο σπίτι / και στην αυλή εκεί
το άδειασα το σπίτι / του παππού και της γιαγιάς και του λάμπη / τα χάρισα όλα σχεδόν / και το δικό μας / και ας είχα αποφασίσει να προσπαθήσω να το κρατήσω / τα έδωσα όλα / και σεντόνια / και πάλι σεντόνια / και άλλες κουβέρτες / και χαλιά του αργαλειού / και άλλα χαλιά / σεμέν σαν / στο χέρι πλεγμένα / της γιαγιάς / στα δικά σου / τόσος κόπος / τόσος χρόνος / τόσο ταλέντο / και άλλες κουβέρτες / αυτές τις ασήκωτες τις διπλές τις τριπλές τις τετραπλές
τα χάρισα όλα / τα πιάτα / τα ποτήρια / και τα άλλα τα ποτήρια / και τα μαχαίρια / και τα άλλα τα μαχαίρια / και τα πιρούνια / και τα άλλα τα κουτάλια / και τα πιατάκια / τα φλιτζανάκια / και τις κούπες / και τα κουπάκια / και τα πλεχτά / τα μη πλεχτά / και τα άλλα τα κρεβάτια / και τα άλλα τα χαλιά / και τις άλλες τις κουβέρτες
και με συγκίνησε η κυρία στο περίπτερο / που το όνομά της ξέχασα / που με καλωσορίζει πάντα μα πάντα λες και ανοίγει το σπίτι της για ένα και δύο πρινς / όταν κουβέρτες της άφησα / και σεντόνια / και τα μαξιλάρια τα πλεχτά / και θόλωσαν τα μάτια μου που θολώσανε τα δικά της όταν της χαμογέλασα (συγγνώμη μα πάρτε τα / βασίλης το όνομά μου / για το αληθινό το χαμόγελο σας / της μαμάς μου)

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
και ανοίγω το παράθυρο να αφεθώ στην πανσέληνο και να χαζέψω την αυλή / πλέον την κάτω αυλή / να το λέμε πέρασμα καταυλής;
την άδειασα την αυλή / πόσο όμορφα είναι με τις σκιές που κάνουν τα φώτα και το βράδυ
έσπασα γλάστρες πήλινες πολλές / κατά λάθος επίτηδες και από νεύρα
άδειασα τις τεράστιες τις πλαστικές / και τις ανέβασα στο πάνω / στο πιο πάνω / δεκαοκτώ και δεκαοκτώ βαριά σκαλιά κουβά κουβά το χώμα

και να σου εξομολογηθώ πως δυσκολεύομαι ακόμα να το διαχειριστώ / αισθάνομαι την σκιά / του αδειάσματος μια αυλής / που θα την λέμε πέρασμα μπασνί / και τον διάδρομο αυτόν / τον κάτω τον εσωτερικό / που θα τον λέμε πέρασμα μπασνί και αυτόν

αισθάνομαι ακόμα την σκιά / σαν βρήκα σχεδόν τα πάντα ανοιχτά / δύο / 2 / μήνες σχεδόν στα πριν / τα βρήκα στο πάτωμα ανοιχτά / σχεδόν τα όλα / κάθε συρτάρι / κάθε ντουλάπι / ακόμα και το κάλυμμα του ακορντεόν ανοιχτό / σκόνταφτα στα ρούχα πατημένα / στα σεντόνια / στις κουβέρτες / στα γράμματα / (φιλιά από την όμορφη θεσσαλονίκη / με αγάπη / τάκης) (τον μόμπυ τον πήγα βόλτα) (υιέ μου λατρεμένε / χρόνια σου πολλά / είσαι η ζωή μου όλη) / σκόνταφτα / και γδερνόμουνα σε καρέκλες γράμματα / στα πάνω στα κάτω στα πέρα δώθε / στα όλα

και νευρίασα / νευρίασα πολύ / και στεναχωρήθηκα / στεναχωρήθηκα πολύ / με αυτό το πέρασμα / που θα το λέμε πέρασμα σκιά

και νευρίασα / νευρίασα πολύ / και μπιπσταύρισα / και στεναχωρήθηκα / στεναχωρήθηκα πολύ / για τις βέρες του παππού και της γιαγιάς / που τόσα χρόνια στο κουτάκι φύλαγες / και για τους βαφτιστικούς σας τους σταυρούς που θα κρατούσα σε κουτάκι φυλαγμένους
τα λίγα τα υπόλοιπα τα είχα στο πρόλαβα χαρίσει / και τα υπόλοιπα τα πούλησα / συγγνώμη / και τα ξεπούλησα / συγγνώμη / να τα δώσω στον μπιπ ένφια / και στον φόρο κληρονομιάς / και στους λογαριασμούς / και στα ένα σάντουιτς στη δουλειά
τα θυμάμαι όλα / στον λαιμό / στα δάχτυλα / στα αυτιά / στα χαμόγελα / στις εικόνες τις απλωμένες
στεναχωρήθηκα / στεναχωρήθηκα πολύ / σε αυτό το πέρασμα της παρά και βιασμένης και πάλι ασφάλειας
στεναχωρήθηκα πολύ / για το έψιλον / Ε / που χάθηκε / το φυλούσα για το παιδί / το Ε αυτό του λαιμού / αν κόρη προκύψει / και αν γιος αλλάζαμε τις έψιλον γραμμές σε γραμμές άλφα / Α / θα μπορούσε και ΑΕ

ναι / αποφάσισα το / αποφασίσαμε με φίλη ζωής να προσπαθήσουμε / και προσπαθήσαμε / και προσπαθούμε / και αν δεν / να το κοιτάξουμε στα σοβαρά / τι και πώς για υιοθεσία
ποτέ δεν θα είμαι σίγουρος στα εκατό τα εκατό μα το αποφάσισα / να συνεχίσουμε / να προσπαθήσουμε για ένα Ε για ένα Α και ό, τι προκύψει γράμμα
και να το λέμε πέρασμα ελπίς

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
εδώ στο πέρασμα γωνιά / με τον μπεστ εφ εμ και τον μελωδία εναλλάξ
και όπως η νατάσσα που μόλις τραγουδά (μέχρι το τέλος η ψυχή και όμως πηγαίνει και πιο κει) τα άνοιξα όλα / τα άδειασα όλα / τα ξεκρέμασα όλα / τα κατέβασα όλα / τα μετακίνησα όλα / στο πέρα στο δώθε στο πάνω στο κάτω / σε αυτά τα 18 και τα 18 και τα άλλα 18 και τα 15 και τα 7 και τα 3 / δεκάδες φορές / εκατοντάδες φορές / χιλιάδες φορές / δύο μήνες τώρα / και τα βρήκα όλα / τα χρυσά μου τα καρφιά / που πάντα εδώ ήταν / σε μένα αφημένα

και τα σκορπίζω όλα / τα μπερδεύω όλα / τα ξεμπερδεύω όλα / τα διάλυσα όλα / διαλύθηκα στα όλα / σε έναν διάδρομο χρόνια αστέρια και χρώματα που σε μια βαλίτσα ακούμπησα / να αντικρύζει το δέντρο αυτού του μήνα του εορταστικού / κάτω από το καράβι που πάει θάλασσα / δώθε από τον καναπέ που περιμένατε με βλέμμα σβηστό να έρθουν να σας φύγουν

και φύγατε όλοι
πεθάνατε όλοι
είκοσι χρόνια μετά απάντησα πέθανε / σε αυτά τα δευτερόλεπτα αμηχανίας (αδέλφια έχεις;) (ναι / όχι / είχα / έφυγε / και όχι για τσιγάρα / σιγά βρε τι ζητάς συγγνώμη;)
και τώρα στο αδέλφια έχεις; / χαμογελώ και γελώ / (έχουν πεθάνει όλοι / τι φάγατε σήμερα;)

και πεθάνατε όλοι
πολύ νωρίς / σχετικά νωρίς / λιγότερο νωρίς
νωρίτερα από τι;
και με αφήσατε μόνο να ακροβατώ / να ισορροπώ / να διαχειριστώ μία προίκα αδιανόητη / βαριά / σαν την βαριά σκιά ενός άδειου μπουκαλιού

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
και με έχει πιάσει πολυλογία / πρώτη φορά στα πενήντα μέχρι τώρα χρόνια
να τα αφήσω όλα έξω από τα μυαλά που ανατινάζονται τις τελευταίες μέρες
στα χρυσά μου τα καρφιά

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
πέρα και δώθε με τον κρητικό βιλάνα 2002 που άνοιξα / και το ασπρολίθι εσοδειά 1991 που τέλειωσα / και το άρτσερς ορίτζιναλ πιτς κάουντι σναπς / είκοσι και πέντε / 25 / τουλάχιστον μετά που άδειασα / και την κάβα νάουσα τσάνταλη δώδεκα τοις εκατό βολ / 12 / χίλια εννιακόσια εξήντα και τρία / 1963 / που άφησα

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα
να χορέψω στη γωνιά χαλί που την λέμε πέρασμα γκρέις ανάτομυ στο πέρασμα κουζίνα
να γελάσω στην πρώτη του μηνός / του μήνα του εορταστικού χαρτιού στο κρεμασμένο στο πέρασμα κουζίνα
να χαμογελάσω με μία σκιά στην πριγκίπισα την μικρή την ξεφυλλισμένη
να σου αδειάσω αυτά τα δύο κιόλας / 2 / τα μακράν τα χειρότερα των πενήντα μέχρι τώρα χρόνων καρφιά αστέρια
και να σου πω πως κάλεσα παιδιά από τη δουλειά / το σάββατο αυτό / και το άλλο / και το παράλλο / και το κάθε σάββατο το άλλο / να μαγειρέψουν / να φάμε / εκτός αν θέλουν αυγά βραστά / και σουβλάκια / και πίτσες
/ που παλαμάκια χτυπούσες κάθε κυριακή που πίτσα σου ανέβαζα με αυτό το καθάριο χαμόγελο παιδιού /
να πιούμε / να λερώσουμε / σερβίτσια τα καλά τα λιγότερο καλά τα περισσότερο καλά / να γεμίσουμε τις εικόνες / τις απλωμένες στις φωνές / και τσιγάρα και καπνούς και ήχους και ζωή

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα
να σου εξομολογηθώ πως αυτά τα δύο / 2 / χρόνια ήταν μακράν τα χειρότερα των πενήντα μέχρι τώρα / σε κάθε επίπεδο / και σου πω πως προσπαθώ / και θα προσπαθώ / είμαι δυνατός / πιο δυνατός από ποτέ / πιο εξαντλημένος από ποτέ / πιο ισοπεδωμένος από ποτέ
και προσπαθώ / ξεκαθαρίζοντας / και σχέσεις που πίστεψα και εμπιστεύτηκα και κρύφτηκαν και χάθηκαν
λάθη έκανα / και σωστά / και τα πλήρωσα / και τα πληρώνω
με λάθη / και σωστά
μα αισθάνομαι δυνατός / με σχέσεις ζωής / με σχέσεις τωρινές που σαν από χρόνια υπήρχαν / που από το ελάχιστο μέχρι το μεγαλύτερο βοήθησαν / και βοηθούν / και τους χαμογελώ ευχαριστώ και συγγνώμη για όλα

και είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα
να σου χαμογελάσω πως σκαρφάλωσα ταράτσα / και κόπηκα / γδάρθηκα / μάτωσα / χτύπησα χέρια πόδια κεφάλια / και βούτηξα στα όλα / πνίγηκα στα όλα / στα συρτάρια / στις ντουλάπες / στους τοίχους / στα σεντόνια / στις κουβέρτες / στα ποτήρια τα καλά / στα πιάτα τα καλά τα ανοιχτά τα συσκευασμένα / στις εικόνες / στα κεντήματα / στα πλεχτά / στα τελειωμένα και στα ατέλειωτα / στα βλέμματα τα σβηστά / σε όλα αυτά που φοβήθηκα / που φοβάμαι / σε όλες τις σκιές τις βαριές που χρόνια είκοσι και πέντε / 25 / και τρία / 3 / και δύο / 2 / με μαύρισαν / με βάρυναν / με κράτησαν στα μη φωτεινά / στα περάσματα που ισορροπούσα γεμίζοντας τα χρυσά καρφιά

και τα άνοιξα όλα / ΟΛΑ / τα σερβίτσια τα καλά τα λιγότερα καλά τα περισσότερο καλά / κάθε ντουλάπα / κάθε συρτάρι / κάθε παράθυρο / κάθε κουρτίνα / ΟΛΑ

με ξεσκόνισα / με γέμισα χρώμα / με γέμισα χώμα / με έσπασα / με διέλυσα / με ξεκρέμασα / με έκλαψα / με δάκρυσα / με χαμογέλασα / με μέθυσα / με ξεμέθυσα / με χόρεψα / με έριξα / με σκόνταψα / με έπεσα / με έγδαρα / με μάτωσα / με πόνεσα / με γέλασα / με κάπνισα
και την έκρηξη χρωμάτων που δέκα και τέσσερα / 14 / χρόνια τώρα προσπαθούσα να δημιουργήσω στο ταβάνι κάτω / δημιουργήθηκε τους δύο / 2 / μήνες στα πατώματα τα πάνω / και στους τοίχους του πιο πάνω

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα / να πιώ μια μπύρα και δυο και τρεις
και να χορέψω αυτήν την 1η του Δεκέμβρη / ολογράφως πρώτη / του δύο και χίλια και δέκα και οχτώ / 2018 / πιο εξαντλημένος / πιο άδειος / πιο γεμάτος / πιο ολοκληρωμένος / πιο λυτρωμένος / πιο ελεύθερος από ποτέ

στην ταράτσα / που το λέμε πέρασμα ανάσα

είπα να κάνω ένα διάλειμμα σήμερα
των πάνω κάτω / των πέρα δώθε / των τρις επί δέκα και οκτώ / και δέκα και πέντε / και εφτά / και τρία / και τρία έξι

και σκαρφαλώνω το αγόρι του διάδρομου του κάτω
στην κορυφή του περάσματος του πάνω
σκορπίζοντας μία και δυο και τρεις σαμπάνιες των είκοσι και πέντε μετά
στα γκριζοσκονισμένα άκρον ίλιον κρυστάλ ποτηράκια του λικέρ
ανάβοντας τσιγάρο / μίας φωτεινής κουκίδας αναπνοή
αφήνοντας στον καπνό μίας ανάσας
μία και δύο και τρεις αγκαλιές αστερόσκονη και ασημόσκονη και χρυσόσκονη
της βαλίτσας / αντικριστά του χριστουγεννιάτικου που δεν το λέμε ακριβώς χριστουγεννιάτικο / αυτού του δέντρου του εορταστικού / με τα κλαδιά σεμέν / του μήνα του εορταστικού / που άφησα τον διάδρομο τον κάτω και ότι / με κόμμα / διάλυσα και διαλύθηκα

και σε αφήνω ελεύθερη
σε γλιστρώ από το πέρασμα αγκαλιά
και σε αφήνω ελεύθερη
δύο χρυσά καρφιά χρόνια μετά
και σένα και τον μπαμπά και τον τάκη και τα γράμματα τα όλα τα βαριά
που θα το λέμε πέρασμα
ΤΟ πέρασμα
πέρασμα ΤΑΕ
να αφεθείτε στους κοκκινολαίμηδες / που πορτοκαλί λαιμό έχουνε / αυτοί που έρχονται τουλάχιστον στην αυλή εδώ / και τόσο ανάλαφρα παίζουν με τα κλαδιά (των ανθίσανε και φέτος τα δεντράκια σου) / και σε όλα τα πουλιά / και στις πεταλούδες / και στα γατιά


και το σάββατο / αυτό της πρώτης του μηνός / του εορταστικού
μηδέν και οκτώ και μηδέν και ένα ακριβώς
αδειάζω μία βαλίτσα διάδρομο αστέρια
στο πέρασμα ανάσας αυτό
αιωρούμενος τόσο ελεύθερος όσο ποτέ
στα δεντράκια που ανθίζουν χρυσά κλαδιά