δεν είχα καταφέρει να μάθω να δένω. και με έσφιγγε. η γραβάτα. κόμπος έμοιαζε. να την ξεσφίξω προσπαθούσα. περπατούσα. ώρα. τσιγάρο στο χέρι κρυμμένο. κάποιος να περνούσε να σταματήσω έπρεπε. δεξί πόδι πάνω κάτω. με δύναμη. δεξί χέρι πάνω. στο σηματάκι. στον σκούφο. τον μαύρο. περπατούσα. ώρα. και είχα αρχίσει να ιδρώνω. με στένευαν και τα παπούτσια. κοιτούσα την άσφαλτο. τα παπούτσια. το παντελόνι. πώς είναι έτσι; κοντό. και το ύφασμα σαν σακί. από αυτά που σε τσιμπάνε. ειδικά όταν ιδρώνεις. και είχα αρχίσει να ιδρώνω. αυτό το αίσθημα που ιδρώνεις. μα κρυώνεις. σαν στεγνώνεις. το χέρι παγωμένο. στην τσέπη μέσα. πότε ξυρίστηκα; το σαγόνι ακούμπησα. σαν να είχαν βγει. όλη την ώρα αισθανόμουνα να με τσιμπάνε. όλη την ώρα. από το τηλεφώνημα και μετά.
πάρε άδεια. γιατί;
πάρε. κάτι έτυχε. ε τι;
πάρε. είναι στο νοσοκομείο. ποιος;
ο τάκης. και τι πήγε να κάνει; είναι καλά; πώς να πάρω άδεια; από πού; είναι καλά; πες.
μην ανησυχείς. αλλάζουμε επιλαρχία. δεν είμαστε γραμμένοι σε κανένα γραφείο τώρα.
πάρε. επέστρεψα. στην σειρά.
τι έγινε; πού να ξέρω; κάτι έτυχε. όταν μας πάνε στους θαλάμους τους νέους, θα ζητήσω. κάτι έτυχε. δεν ξέρω. τι να έτυχε; θα μου δώσουν; δεν θα είναι τίποτα σοβαρό. δεν ήξερε λεπτομέρειες. αν ήξερε θα το έλεγε. σωστά; ώρα μετά. στην σειρά ακόμα. τηλεφώνημα δεύτερο. τον γιώργο τώρα. μα τι γίνεται; με κάλεσαν λεπτά αργότερα. βλέμματα πιο σκεπτικά.
πάρε. μου είπαν εντάξει. τι έχει γίνει βρε;
μην ανησυχείς. όλα καλά θα πάνε. κάτι έτυχε. έμοιαζαν όλα τόσο προφανή. μα δεν μιλούσε το μυαλό. την ώρα εκείνη.
πόσο ασήκωτος μπορεί να είναι ένας σάκος; πόση ώρα περπατώ; εδώ είναι; κρεβάτια έξω. μυρωδιά πετρέλαιο.
εσύ είσαι; άλλαξε. έλα στο γραφείο απέναντι. να πάρεις το χαρτί. πού να αλλάξω; εδώ; στολή εξόδου; πού να ακουμπήσω τα ρούχα; στο χώμα; στον μεγάλο σάκο. κάτω κάτω. όλα τα ρούχα έξω. στενό το πουκάμισο. στενό το παντελόνι. και κοντό. γραβάτα. σφιχτή. ίσα που πέρασε το κεφάλι. να θυμηθώ να μάθω να την δένω. ήρθες να μαζέψουμε τα ρούχα. από το χώμα.
τι έγινε; κάτι έτυχε.
μην ανησυχείς. δεν θα είναι κάτι σοβαρό. είσαι καλά; ναι, εσύ; θάλαμος κενός.
άστον εδώ τον σάκο. στην γωνία. με το όνομά σου. χάρηκα. θα στον προσέχω εγώ. το γραφείο είναι εκεί. πήγαινε.
λουκέτο έβαλα; να σηκώσω πόδι. χέρι. δεξί. να φωνάξω. σου του ρου του θου. στο γραφείο. νεύμα με κοιτάξατε εντάξει. το χαρτί μου κρύψατε στην τσέπη. ακουμπήσατε τον ώμο.
πήγαινε. αν χρειαστείς κάτι στην πύλη, να με πάρουν τηλέφωνο. αν χρειαστείς περισσότερες μέρες, να με πάρεις τηλέφωνο. πρόσεχε, και να προσέχεις τους γονείς σου, σε έχουν ανάγκη. εμένα; ήταν όλα τόσο προφανή.
περπατούσα. με έσφιγγε η γραβάτα. δεν είχα καταφέρει να μάθω να δένω. κόμπος έμοιαζε. να την ξεσφίξω προσπαθούσα. περπατούσα. ώρα. περπατούσα. τσιγάρο στο χέρι κρυμμένο. καπνός στην πνοή του κρύου πρωινού. κάποιος να περνούσε να σταματήσω έπρεπε. να χαιρετήσω. ένα καλημέρα δεν είναι αρκετό; ένα γεια σας; τι κάνετε; μια χειραψία; ένα χαμόγελο; πρέπει αυτό με το πόδι και το χέρι; περπατούσα. μέρες θέλεις να το περπατήσεις όλο αυτό. και αυτή η πύλη δεν φαίνεται πουθενά. περπατώ σωστά; ή θα βρεθώ αλλού για αλλού; πού το έβαλα το χαρτί; σακάκι; παλτό; μικρό σάκο; το πήρα μαζί μου; τι ώρα είναι; τι ώρα έχει τραίνο; γιατί δεν πήρε τηλέφωνο η μαμά, ο μπαμπάς; η ελένη πώς; και όχι η σοφία; γιατί πήρε άδεια και ο γιώργος; θα περιμένει στον σταθμό. θα έχει φτάσει ήδη. και πέντε δεν περνάει; την τρέλα μου μέσα με την γραβάτα. να την βγάλω; και αν περάσει κανείς; τι ώρα είναι; πού είναι αυτή η πύλη; να μάθω να δένω γραβάτα. να χαλαρώνει εύκολα. να πάρω την άλλη με το λάστιχο. περπατούσα. ώρα. πόση ώρα; τα πόδια φούσκωναν. η γραβάτα έσφιγγε. το σώμα ίδρωνε. και έκανε κρύο.
να δεις που θα έχει χτυπήσει κανένα χέρι. κανένα πόδι. μόνο. λες να ήταν με το αμάξι; και έχει πει θα μου το αφήσει. μα έχω το μηχανάκι. επίτηδες το έκανε. να πάρει καινούργιο. αν ήταν κάτι σοβαρό θα τηλεφωνούσε ο μπαμπάς, η μαμά. σωστά; η ελένη πώς; δεν βρήκαν την σοφία; ποιος την πήρε τηλέφωνο; αφού δεν έχουν το τηλέφωνο. πώς βρήκαν το τηλέφωνο; τι να έτυχε; να δεις που θα έχει στραμπουλίξει κανένα δάχτυλο. λες να έχει μόνο πυρετό; αλλά έτσι είναι πάντα. το τόσο το κάνουν τόσο και τόσο και άλλο τόσο. τριάντα οχτώ βαθμούς νοιώθεις, γιατί αρρώστησες; δεν στα έλεγα; γιατί έβγαλες το πουλόβερ; γιατί δεν φοράς την φανέλα. βήχεις; είδες; στα έλεγα. στα έλεγα. άλλη φορά να με ακούς. στα έλεγα.
περπατούσα. ώρα. και ήταν όλα τόσο προφανή.
καλημέρα. εννοώ σου του ρου του θου. γαλόνι ένα. κοίταξες από πάνω μέχρι κάτω. και καλά. αν πεις τίποτα για το παντελόνι αποκτάς σακίδιο κολάρο. λέμε τώρα. κολάρο. αναθεματισμένη γραβάτα. τον σκούφο ένοιωθα. τον μαύρο. σημάδι στο κεφάλι.
δεν άκουσα. παρουσιάστηκες; έχεις χαρτί; άνοιξε το σακίδιο. τι έχεις μέσα; άδειασέ το. είναι τακτοποιημένα; προβλεπόμενα; αδειούλα; κιόλας; γιατί; πόσες μέρες; προβλέπεται; να δω. τι πάει να πει οικογενειακοί λόγοι; γιατί είσαι αξύριστος; γύρνα πίσω. να ξυριστείς. τηλεφώνημα. κάτι έτυχε. ο τάκης.
δεν άκουσα. παρουσιάστηκες; ποιος είναι ο τάκης; τι τον έχεις τον τάκη; από πού βγαίνει το τάκης; ο αδελφός μου.
δεν άκουσα. παρουσιάστηκες; δεν βγαίνεις έτσι έξω. να πας να ξυριστείς. το πρωί ξυρίστηκα.
δεν άκουσα. παρουσιάστηκες; γιατί είναι τα παπούτσια σου σκονισμένα; γιατί είναι ο μπερές σου στραβός; γαλόνια δύο. κοίταξες γαλόνι ένα. με κοίταξες. στα μάτια. κρατούσες καφέ. πόση ώρα κάνει να φτιαχτεί ένας καφές; μπορείτε να πάρετε τον ίλαρχο τηλέφωνο; πήρες το χαρτί. και τηλέφωνο. με κοίταξες. συμπλήρωσες μία λέξη. στο χαρτί. κοιτώντας με. στα μάτια. μου το έκρυψες στην τσέπη.
πας καλά; άσε ρε το παιδί να φύγει.
όλα τόσο προφανή.
έτρεχα. το τραίνο να προλάβω. και πέντε. κρατούσα τις τσέπες. μην σκορπίσουν. το πακέτο. ο αναπτήρας. το χαρτί. πού το έβαλα το χαρτί; το έκλεισα το σακίδιο; θα έχουν τακτοποιηθεί απρόβλεπτα τώρα. κολλούσε η τσάκιση στα γόνατα. και είχα ιδρώσει. και έκανε κρύο. είχες βγάλει εισιτήριο. να βγάλω παλτό. σακάκι. πουλόβερ. γραβάτα. σιχτίρι αυτή η γραβάτα. στο σαγόνι σκάλωσε. στα χείλη. στην μύτη. στα μάτια. τα φρύδια ανακάτεψε. το μέτωπο σκούπισε. τα μαλλιά. τον σκούφο έριξε. έλα να δεις πόσο στράβωσε ο σκούφος. δεν άκουσα, παρουσιάστηκες; παπάρα.
σε ρωτούσα. αυτά που περπατούσα πριν. και χαμογελούσες.
δεν ξέρω τι ακριβώς. αυτά που σου είπε. μα δεν μου είπε τίποτα. απλά κάτι έτυχε.
μην ανησυχείς. και σου γελούσα τα να δεις. που μιλούσα πριν. είχε κολλήσει το παντελόνι στα πόδια. οι κάλτσες στα δάχτυλα. ματωμένες τις ένοιωθα. ήταν τόσο προφανές. το χαμόγελό σου. το βλέμμα σου. σφιχτό. το πώς κοιτούσες τις εικόνες. που έτρεχαν. έξω από το παράθυρο. μα δεν μιλούσε το μυαλό. ίσως να μην ακούσω ήθελα. το πρωινό εκείνο. να προσπεράσω. το μυαλό που μιλούσε. τις εικόνες που έτρεχαν.
στο δευτερόλεπτο. που άνοιξες την πόρτα. στο δευτερόλεπτο. μίλησε πιο δυνατά το μυαλό. στο δευτερόλεπτο που ρώτησες
είσαι καλά; στο δευτερόλεπτο που με κοίταξες. στο δευτερόλεπτο που προσπέρασες το βλέμμα μου και κοίταξες τον γιώργο. ναι βρε ελένη. γιατί; εσύ; και χαμογέλασα. σαν να τον ρώτησες στα μάτια.
το είπες; στο δευτερόλεπτο που επέστρεψες το βλέμμα σου σε μένα. ναι, εσύ;
με έσφιγγε η γραβάτα. στην τσέπη μέσα. με το χαρτί. με είχαν ματώσει τα παπούτσια. έκανε κρύο. ένοιωθα ζεστός. ιδρωμένα στεγνός.
έλα κάτσε. πες. όλα καλά; τι έτυχε; πώς είναι;
κάτσε. να έρθει η σοφία να φύγουμε. θες νερό; καφέ; πες.
κάτσε. μου τράβηξε σχεδόν το χέρι. ο χρήστος. να κάτσω. τι κάνει τέτοια ώρα εδώ ο χρήστος; δεν δουλεύει; ο γιώργος πώς πήρε άδεια; η σοφία δεν είναι στην σχολή; εσύ πώς και δεν πήγες δουλειά; όλοι μαζί θα πάμε; γιατί; ποιος σε πήρε τηλέφωνο; σκάσε μυαλό. έκατσα. πες. γέλασα. όλα καλά; τι έγινε; πώς είναι; τι έτυχε; άναψα τσιγάρο. σου χαμογέλασα. με κοίταξες στα μάτια.
έφυγε
_______________________________________
δεκαπέντε ιανουάριους πριν. το πρωινό εκείνο